Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Το πέρασμα στον εικοστό αιώνα

Μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην αρχιτεκτονική τα υλικά κατασκευής αλλάζουν ριζικά. Ένα νέο υλικό ο χυτοσίδηρος, κράμα σιδήρου και άνθρακα χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή κτιρίων.Το υψηλό κόστος του, είχε αρχικά  περιορίσει την διάδοσή του, όμως στα μέσα του 19ου αιώνα η βιομηχανική επανάσταση χαμήλωσε τη τιμή του και το έκανε αρκετά δημοφιλές.
Το υλικό αυτό έχει την δυνατότητα αρχικά να μορφοποιείται ρευστό μέσα σε καλούπια και στη συνέχεια να μεταφέρεται προκατασκευασμένο σε κομμάτια στο εργοτάξιο όπου και γινόταν η συναρμολόγηση. Στην Αγγλία και στη Γαλλία όπου η βιομηχανική επανάσταση είχε προχωρήσει, οι μηχανικοί άρχισαν να κτίζουν κατασκευές που απαιτούσαν το σκέπασμα και το «γεφύρωμα» μεγάλων επιφανειών και ανοιγμάτων εργοστασίων, θεάτρων, βιβλιοθηκών, τραπεζών, εμπορικών κέντρων, σιδηροδρομικών σταθμών αποθήκες, γεφυρών, και των πρώτων πολυκατοικιών στο κέντρο των πόλεων.
Ο συναγωνισμός ως προς το μέγεθος το μήκος και το άνοιγμα των γεφυρών οδήγησε σε συνεχείς βελτιώσεις τόσο του ίδιου του υλικού όσο και των εφαρμογών του. Τα προκατασκευασμένα χυτοσίδηρα τόξα, κολώνες, σκάλες, κιγκλιδώματα μπαλκονιών, διακοσμητικά στοιχεία, αντικατέστησαν το σφυρήλατο σίδηρο και οδήγησαν σε μια οικονομική και γρήγορη παραγωγή, που μέσα από πειραματισμούς οδήγησε στην μοντέρνα αρχιτεκτονική.


Ο Τζ. Πάξτον σχεδίασε και κατασκεύασε το Κρύσταλ Πάλας μέσα σε 9 μήνες για τη Παγκόσμια Έκθεση Βιομηχανικών προϊόντων στο Λονδίνο το 1851. Ο νεωτερισμός του βρίσκεται στη χρήση ήδη προκατασκευασμένων μεταλλικών στοιχείων και στους υαλοπίνακες (όλο το κτίριο σχεδιάστηκε με βάση μια τυποποιημένη γυάλινη επιφάνεια παραθύρων), που συναρμολογούνται στο εργοτάξιο. 
Τζ. Πάξτον, Κρύσταλ Πάλας, 1851
Ο πύργος του Άιφελ κτίστηκε από τον Γκ. Άιφελ το 1889 στο Παρίσι ως είσοδος για τη Διεθνή Εμπορική Έκθεση, και έχει ύψος 300 μέτρα. Η κατασκευή του διήρκησε 21 μήνες. Η μορφή του πύργου μπόρεσε να πραγματοποιηθεί χάρη στους στατικούς υπολογισμούς για την αντιμετώπιση των πλευρικών ωθήσεων του ανέμου και τη μελέτη των υλικών. 

Γκ. Άιφελ, ο πύργος του Άιφελ, 1889
Ένα ακόμη υλικό με νέες δυνατότητες ήταν το τσιμέντο που σε συνδυασμό με το σίδηρο (οπλισμένο σκυρόδεμα) μεγαλώνει την αντοχή του στα φορτία, αλλά και την ελαστικότητά του. Ο Περέ, γάλος αρχιτέκτονας και μηχανικός θεωρείται από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Είναι από τους πρώτους που χρησιμοποίησε το οπλισμένο σκυρόδεμα στη κατασκευή κτιρίων και κατάφερε να το αναδείξει σε ένα υλικό με αισθητικά αποτελέσματα.

Ο. Περέ, αριστερά: όψη της οικίας της οδού Φράνκλιν, δεξιά: κάτοψη, 1903
Το κίνημα Τέχνες και Χειροτεχνίες (Arts and Grafts) με εισηγητή τον σοσιαλιστή Γουίλιαμ Μόρις υπερασπίζεται την αξία των «εφαρμοσμένων» τεχνών σε σχέση με τις λεγόμενες «καλές τέχνες». Ο Μόρις πίστευε ότι μία κοινωνία θα πρέπει να βασίζεται στις συνομοσπονδίες «ελεύθερων τεχνιτών», οι οποίοι θα έφτιαχναν ταπεινά αριστουργήματα με τα χέρια τους, απολαμβάνοντας τη δουλειά και την τέχνη τους, χωρίς διακρίσεις και καταναγκασμούς.

Γ. Μόρις, σχέδιο για ταπετσαρία, 1879
Τα χρόνια 1895-1910 αναπτύσσεται σαν αντίδραση στα ιστορικά στυλ του παρελθόντος, ένα καλλιτεχνικό κίνημα που ανάλογα με τον γεωγραφικό τόπο στον οποίο εξελίχθηκε, έλαβε διάφορες ονομασίες, όπως Stile Liberty στην Ιταλία, Liberty στην Αγγλία, Μοντέρνο Στυλ στην Αμερική ή Μοντερνισμός στην Ισπανία, ενώ στη Γερμανία εμφανίστηκε με τον όρο Jugendstil. Ο γαλλικός όρος Αrt Νouveau χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία και το Βέλγιο και αποδίδεται ως Νέα Τέχνη. Δε διέθετε μεγάλη ομοιογένεια, εκδηλώθηκε κυρίως στο χώρο της διακόσμησης και της αρχιτεκτονικής, αγγίζοντας όμως και όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής έκφρασης και επηρέασε μεταγενέστερες τάσεις στη Μοντέρνα τέχνη. Στόχος του κινήματος ήταν να δημιουργήσει έργα υψηλής αισθητικής και καλλιτεχνικής ποιότητας σε αντίθεση με τα βιομηχανικής παραγωγής προϊόντα που είχαν κατακλείσει την αγορά


Victor Horta, Hotel Tassel, Βρυξέλες, Βέλγιο
Οι καλλιτέχνες της Αρ Νουβό χρησιμοποιούν της δυνατότητες της βιομηχανικής παραγωγής και αναζητούν νέους τρόπους έκφρασης με τη χρήση νέων υλικών. Εμπνέονται από τη γιαπωνέζικη τέχνη, το φυτικά και ζωικά μοτίβα, και μεταφέρουν τη διάθεση για χαρά, για διακόσμηση, για εφήμερη ξεγνοιασιά που ήταν και τα κύρια στοιχεία της αστικής τάξης του τέλους του 19ου αιώνα.

 
 Γκ. Κλιμτ

Aντ. Γκαουντί, οικία Μπατλό, 1877

πηγές:
Ιστορία των Τεχνών Έργα και Δημιουργοί, ΠΙ, Αθήνα, 2000
Ζιρώ Ο., Μερτζάνη Ε., Πετρίδου Β., Ιστορία της Τέχνης, Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ-ΠΙ, 2005
A. Perret

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου